12 Μαρτίου 2026

Γιώργος Μαρίνος (1939-2026) Ενας ελεύθερος, αξιοπρεπής άνθρωπος


Από χθες που αυτός ο μεγάλος σόουμαν, τραγουδιστής και ηθοποιός πέθανε στα 87 του χρόνια, οι περισσότεροι ομνύουν στο σκηνικό ταλέντο του, δεν ήταν όμως μικρότερο το ταλέντο του στον κομψό αλλά απαραβίαστο τρόπο που έβαζε όρια και που διεκδίκησε το δικαίωμα να ζήσει τη ζωή του όπως ήθελε.



Πρωτοπόρος στην τέχνη όπου εφηύρε, αυτή τη -μοναδικά δική του- περσόνα κομπέρ ή και την πιο ολοκληρωμένη εκδοχή one man show, εξελίσσοντας την παράδοση του καμπαρέ με παρλάτες, σατιρικά, αιχμηρά κοινωνικοπολιτικά σχόλια, τραγούδια, χορευτική κινησιολογία, αλλά και διακριτικά queer στοιχεία πολύ προτού πνεύσει μεγαλύτερος άνεμος ελευθερίας. Πρωτοπόρος και κοινωνικά εφόσον υπερασπίστηκε τη σεξουαλική του ταυτότητα και τα δικαιώματά του δημόσια – όταν η εποχή αντίστοιχα ανεχόταν ακόμα πρωτογονισμό, λοιδορίες και βία.

Με τον ίδιο αδιαπραγμάτευτο τρόπο υπερασπίστηκε και την προσωπική του ζωή, όταν -παρότι δημοφιλής- τη διατήρησε απρόσιτη από τις φήμες και το κουτσομπολιό – μ' εξαίρεση μόνο το μικρό διάστημα που συνδέθηκε ερωτικά με τη μετέπειτα στενή φίλη του σπουδαία ηθοποιό Κατιάνα Μπαλανίκα.

Πριν απ' όλα αυτά όμως όταν σκεφτόμαστε τον Γιώργο Μαρίνο, που πέθανε χθες στα 87 του αφού έπασχε πολλά χρόνια από άνοια, το πρώτο που ανθεί μέσα μας είναι το χαμόγελο για τον ευφυή, απίστευτα χαριτωμένο, ατακαδόρο, ταλαντούχο πολυκαλλιτέχνη, που είτε τραγουδούσε Χατζιδάκι, Σπανό ή Κραουνάκη, είτε έπαιζε στο θέατρο, είτε κράταγε με μοναδική μαεστρία ολόκληρο το πρόγραμμα στη «Μέδουσα» εξέπεμπε λάμψη που καταλάμβανε όλη τη σκηνή.

Αξιοπρεπής κι ακομπλεξάριστος στις συνεντεύξεις του μιλούσε με αφοπλιστική ειλικρίνεια και την ίδια ώρα γνώριζε πώς να βάζει κομψά όρια σε όσους επιχειρούσαν να τα υπερβούν. Και να ακόμα μία ιδιότητα. Η κομψότητά του, που δεν αφορούσε μόνο το πάντα υποδειγματικό ενδυματολογικό στιλ του, αλλά και τον τρόπο που κινούνταν στον δημόσιο χώρο. Ολα αυτά, κατακτήσεις προσωπικές κι αποτέλεσμα πολλής δουλειάς, ο Γιώργος Μαρίνος τα διαχειριζόταν εξίσου διακριτικά, χωρίς αυτοαναφορικότητα και πόζα. Κι ας του είχαν κοστίσει στη διαδρομή σκληρές εμπειρίες (εξ ου και το γραμμένο για εκείνον τραγούδι «Ο Αχιλλέας απ’ το Κάιρο», ίσως το ωραιότερο που έχει γράψει ο Κώστας Τουρνάς).

Μια τέτοια σκληρή εμπειρία, η οποία εξελίχθηκε σε μικρό προσωπικό θρίαμβο, είχε περιγράψει στον αγαπημένο μας συνάδελφο που δεν υπάρχει πια Νίκο Ράλλη για τη «Lifo». Χρονολογούνταν από την εποχή των μπουάτ προ Μέδουσας, στα «Ταβάνια» αρχές δεκαετίας του '60:

«Κάποια στιγμή ήταν τίγκα το μαγαζί, δεν έπεφτε καρφίτσα, τότε στις μπουάτ δεν είχε μετρ ή γκαρσόνια, και -σε κάποια στιγμή του προγράμματος που δεν ακουγόταν κιχ- κάποιος με ξεφώνισε. Είπα πράγματα τα οποία δεν θυμάμαι, όχι επιθετικά, αλλά του τύπου: "Εγώ τα έχω πει. Αυτός είμαι, δεν νομίζω ότι σας κοροϊδεύω, αυτό μπορώ να κάνω, αυτό κάνω".

»Και μετά είπα: "Δεν μπορώ να συνεχίσω αν δεν φύγει ο κύριος. Για όσους δεν άκουσαν, είπε αυτό...". Και εξεβράσθη από το κοινό το ίδιο. Τον πήραν σηκωτό και τον πέταξαν έξω. Ηταν μια πράξη επαναστατική για την εποχή και σήμερα που τα πράγματα έχουν αλλάξει, θεωρώ ότι βοήθησα κι εγώ λίγο, έβαλα το λιθαράκι μου. Μέχρι τότε οι Ελληνες γκέι ήταν ένας μεγάλος συνθέτης ή ένας μεγάλος ζωγράφος. Κανείς που να βγαίνει στην πίστα, σε άμεση επαφή με το κοινό. 
Η πίστα είναι πράγμα άγριο. Αμέσως μετά, εντελώς απρογραμμάτιστα, είπα τον "Ηθοποιό"... Επεσε το μαγαζί κάτω. Σηκώθηκε ο κόσμος όρθιος και χειροκροτούσε. Εγώ εξαφανίστηκα στην κουζίνα και έκλαιγα, έκλαιγα με τις ώρες. Γιατί δεν είναι εύκολο να τα βάζεις με τριακόσια άτομα, είναι περίεργο, είναι too much».

Γεννημένος το 1939 στον Βοτανικό, μεγάλωσε κυρίως με τη μητέρα του αφού οι γονείς του χώρισαν όταν ήταν πολύ μικρός. Ο αριστερός άλλωστε πατέρας του πέρασε χρόνια εξόριστος στη Μακρόνησο και ο γιος του ήταν πια 12 ετών όταν πρωτοσυναντήθηκαν.

Η σχεδόν εκ γενετής ροπή του στην τέχνη τον έκανε να δώσει κρυφά εξετάσεις στη Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Κι έτσι βέβαια, ως δευτεροετής ακόμα, έπαιξε το '62 στην «Οδό Ονείρων» του Μάνου Χατζιδάκι. Από εκεί το τραγούδι «Κάθε κήπος» που ο Μαρίνος ερμήνευε βελούδινα, ανεπανάληπτα. Και βέβαια αυτή η μυθική παράσταση υπήρξε για εκείνον το εφαλτήριο μιας πολλαπλής καριέρας που περιλάμβανε και θέατρο (κατ' αρχάς με τους θιάσους Λαμπέτη και Χορν) και σινεμά (με πρώτη του συμμετοχή το '60 στην «Αυγή του θριάμβου» του Φ. Φυλακτού και τελευταία τους «Ακροβάτες του κήπου» του Χ. Δήμα το 2002) και δισκογραφία και εμφανίσεις στις μπουάτ της εποχής.

Εκεί συνδυάζοντας το τραγούδι με την παρλάτα και τη σάτιρα διαμόρφωσε σταδιακά τη μοναδική καλλιτεχνική του προσωπικότητα που μεσουράνησε τελικά στη «Μέδουσα» της Μακρυγιάννη για μία 20ετία. Το τραγούδι δεν το εγκατέλειψε ποτέ, όπως ποτέ δεν άφησε και το χατζιδακικό ρεπερτόριο – έστω και σε δεύτερες ή τρίτες εκτελέσεις. Συνεργάστηκε με τον Γιάννη Σπανό, λίγο αργότερα με τον συνθέτη Νίκο Δανίκα που συμβάδισαν δισκογραφικά πολλές φορές και επί χρόνια (με τραγούδια συχνότερα σε στίχους του Παύλου Μάτεσι, που υπέγραφε και μερικές από τις παρλάτες της «Μέδουσας»), τον Μίμη Πλέσσα κ.ά.

Με τη Μεταπολίτευση πια όταν, εκτός από την αισθαντικότητα και τον λυρισμό, ταυτοτικό στοιχείο του Γιώργου Μαρίνου ήταν και η σάτιρα ερμήνευσε αξεπέραστα τα αντιδικτατορικά του Γιάννη Κακουλίδη («Μαθήματα δικτατορίας άνευ διδασκάλου», «Είμαι καλός κομμουνιστής», «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών» κ.λπ.) Ούτε αυτά, ούτε όσα τραγούδια ακολούθησαν το '80 πια από τη συνεργασία του με το δίδυμο Κραουνάκη - Νικολακοπούλου που έφερε τρεις δίσκους («Μόνον άνδρες», «Στον αστερισμό της Μέδουσας», «Αυτός, ο Γιώργος»), ούτε άλλες συνεργασίες, ούτε καν οι μοναδικές χατζιδακικές του ερμηνείες είχαν τόση απήχηση στο πλατύ λαϊκό κοινό όσο το «Κάνε μου λιγάκι μμμ» της Νινής Ζαχά (τέλη του '70) ή το «Κουκουρουκουκού σουπίτσα» (των Ν. Δανίκα - Γ. Ξανθούλη). Σποραδικότερες αλλά ξεχωριστές ήταν οι εμφανίσεις του στο θέατρο με τελευταία, αν δεν κάνουμε λάθος, τον ρόλο του ως «Δεσποινίς Μαργαρίτα» στο ομώνυμο έργο του Ατάιντε σε σκηνοθεσία Γ. Μιχαηλίδη στο θέατρο «Κάππα» το 2001. Και βέβαια ο Μαρίνος είχε κάνει και τηλεόραση ως παρουσιαστής στο παιχνίδι «Τα τετράγωνα των αστέρων» και από το 1993 έως το 1995 στο σόου «Ciao ANT1». Και ήταν και εκεί καλός, αν και όχι απολύτως στο στοιχείο του.

Αν θα έπρεπε κάποιος να επιλέξει ένα σημείο αναφοράς στην καριέρα του, αυτό σίγουρα ήταν ο απόλυτα αυθεντικός, απόλυτα ελεύθερος Μαρίνος της «Μέδουσας» από το 1973 έως το 1992.

Τα τελευταία πολλά χρόνια (από τα μέσα του 2000) ο Γιώργος Μαρίνος απομονώθηκε στο σπίτι του στον Νέο Βουτζά, όπου ζούσε μαζί με τα σκυλιά του που τα λάτρευε. Η επιδείνωση και η φύση της ασθένειάς του, στερώντας του σταδιακά τα χαρακτηριστικά που τον είχαν αναδείξει σ' έναν τόσο ξεχωριστό καλλιτέχνη, τον έφερε ένα διάστημα στο Σπίτι του Ηθοποιού και ύστερα σ' έναν οίκο ευγηρίας, εκεί όπου κατέληξε μετά από επιπλοκή λόγω λοίμωξης στο αναπνευστικό. 
Κάτι τελευταίο: πέρσι διέρρευσαν στην τηλεόραση πλάνα και φωτογραφίες ενός Μαρίνου με απλανές βλέμμα. Ηταν ερήμην του κομψού και αξιοπρεπούς εαυτού του μια απαράδεκτη παραβίαση της προσωπικότητάς του για χάρη της τηλεθέασης. Κι αυτό δεν του άξιζε...

efsyn.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: